Περί Δικαιοσύνης… (α)
Πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο.
Με ποια αφορμή έγινε και πότε έγινε δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει το τι έγινε.
Για άλλη μια φορά νέα παιδιά (τραμπούκοι, λουφαδόροι, αλήτες και άλλα κολακευτικά επίθετα θα τους προσδώσουν οι πολλοί), που παιδιά είναι και όνειρα έχουν και βλέποντας κάποιους να τους τα καταστρέφουν ξεφεύγουν από τα όρια, βρέθηκαν απέναντι από ‘δυνάμεις καταστολής’.
Και αυτή τη φορά μια από τις δυνάμεις αυτές, ένας ‘ειδικός φρουρός’ (τι ακριβώς σημαίνει αυτό δεν ξέρω) αποφάσισε να το παίξει Movie Star και για να προστατευτεί (!) έριξε προειδοποιητικά με το όπλο του στον αέρα!
Και την επόμενη μέρα οι αρμόδιοι αντί να τον χώσουν μέσα, να τον διώξουν, να τον θέσουν σε διαθεσιμότητα ή τουλάχιστον να τον κράξουν που έθεσε τόσα παιδιά σε κίνδυνο, του αποδώσανε τα εύσημα!
Η εισαγγελέας δε που ήταν στο χώρο δεν έκανε τίποτα!
Ελπίζω να μην έρθει η μέρα που ο Δύναμη Καταστολής - Ειδικός Φρουρός για να προστατευθεί από τα θηρία αυτά, θα στρέψει το όπλο του όχι στον ουρανό, αλλά καταπάνω τους.
Τότε δεν θα ασχοληθεί κανείς με αυτούς που του δίνουν σήμερα τη δύναμη και τη δικαιοδοσία να το κάνει. Που αυτοί είναι οι επικίνδυνοι που θα πρέπει να λογοδοτήσουν.
Γεια σου δημοκρατική και προοδευτική Ελλάδα με την παιδεία και τη δικαιοσύνη σου!
Ξαναδιάβασε λίγο τους στίχους του Ελύτη…
“…έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά
και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα
πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες
με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο,
με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος κι εξουσία η Άνοιξη.
Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθιο να γιορτάζει τον άλλο Σηκωμό,
τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο.
Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σα σημαία,
οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες.
Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον
επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές,
πού ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.
Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντες οι Άλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν.
Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το
έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες,
με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει:
μία πήχη φωτιά κάτω απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες κάνες και τα δόντια του ήλιου.
Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν.
Και χτυπούσανε όπου να ‘ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση.
Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε…“